Γιάννης Χρήστου – Ορχήστρα των Χρωμάτων


Jani Christou – Orchestra of Colours

 Born in Heliopolis, Egypl, in 1926, Christou grew up in the greek community of Alexandria. His education was predominantly in english institutions, giving him a mastery of the language in which he was to  write his many unpublished philosophical and musical texts, his diaries and notes’ on his dreams. After studying at the wartime branch of Victoria College in Alexandria (1936-45),during which time he took private lessons with Gina Bachauer, he went to King’s: College, Cambridge, to study philosophy with Russell and Wittgenstein, graduating in 1948. He studied counterpoint and composition privately with Redlich during his Cambridge years, followed by analysis and orchestration with F. Lavagnino in Gavi and Rome, and also attended the 1949 and 1950 courses at the,Accademia Musicale Chigiana in Siena. His interest in in-depth psychology took him to the Jung Institute in Zurich. In 1951, Chnstou returned to Alexandria and in 1960 settled in Greece, dividing his time between Athens and Chios. The impact ot his creative work won him an increasingly important position in avant-garde circles in his later years. He died in a car crash on 8 January 1970.

His earlier works, up to the Second Symphony (with chorus, 1958), are freely atonal. He, then, developed a style of ostinato patterning aimed at exciting primordial emotions (as in the oratorio Tongues of Fire, 1964,). Later works, called Anaparastasis (Re-Enactments}, move away from traditional notation to provide psychic rituals for the performers..

In spite of being Jani Christou’s opus 1, Phoenix Music, is an extremely mature work. Exceptionally secure in its statements, the work presents with clarity all those basic characteristics that are to be identified with his style. One of these, the «phoenix» principle, reflects the composer’s philosophical views. Phoenix Music has been often performed in Greece and abroad. The work was published by Ricordi and immediately won unanimous critical acclaim. Written in the 12-tone system, it is based on a short chromatic motive, perpetually transformed and regenerated like the mythical phoenix. It had its premiere in Covent Garden with the New London Orchestra, directed by Alec Sherman, in 1950.

The Six T.S. Eliot Songs, written in 1955 and orchestrated in 1957, were first conceived in 1950, when Jani Christou wrote music for the poem «Eyes that Last I Saw in Tears», included as an inner movement of his First Symphony.

More sketches followed: «Melange adultere de tout» and «The Wind Sprang up at Four o’clock», as well as the central musical idea for Phlebas the Phoenician, the central character in «Death by Water» The work was completed for contralto and piano in 1955 and received its first performance at the British Institute of Alexandria in Egypt on 13 January 1956, while the transcription of the same work fof contralto and orchestra had its first performance with the Symphony Orchestra of the National Radio in Athens.

The texts of the T.S. Eliot Songs were taken from the collections «Landscapes», «The Waste Land», «Poems-1920» and «Minor Poems». Musically, the six songs enable us to follow a poetical journey of rare emotional power. The music identifies closely with the text, aiming to reveal its humour, its sorrow, as well as its grotesque or its nightmarish qualities.

The Toccata for Pianoforte and Orchestra, had its premiere on April 23rd, 1973, at Oxford Town Hall, England, as part of the English Bach Festival. Soloist was Georges Pludermacher at the piano and the Royal Philharmonic Orchestra was conducted by Elyakum Shapirra. This is in fact a concerto, using special pianistic techniques (i.e. no thumbs!), aiming at flashing speeds and attacking rhythms – a real firework! A later work than the previous ones at this recording, the Toccata belongs to the third period of Jani Christou’s creative life and uses advanced techniques to transcend the 12-tone system. The musical texture includes continuum, and then goes forth into «mega-statements» of its serial material in a complex system of «patterns» and their «permutations» that multiply basic sound organization.

Six T.S.Eliot Songs

New Hampshire

(from the collection «Landscapes», 1)
Children’s voices in the orchard
Between the blossom – and the fruit-time:
Golden head, crimson head.
Between the green tip and the root.
Black wing, brown wing, hover over
Twenty years and the spring is over
Today grieves, tomorrow grieves,
Cover me over, light-in-leaves,
Golden head, black wing,
Cling, swing.
Spring, sing.
Swing up into the apple-tree.


Death by Water

(from «Wasteland»)

Phlebas the Phoenician, a fortnight dead,

Forgot the cry of gulls, and the deep sea swell

And the profit and loss.

A current under sea

Picked his bones in whispers. As he rose and fell

He passed the stages of his age and youth

Entering the whirlpool.

Gentile or jew

0 you who turn the wheel and look to windward,

Consider Phlebas, who was once handsome and tall

as you.


Mélange adultère de tout

(from «Poems, 1920»)

En  Amérique, professeur.

En Angleterre, journaliste,

C’est à grands pas et en sueur

Que vous suivrez à peine ma piste.

En Yorkshire, conférencier.

A Londres, un peu banquier,

Vous me paierez bien la  tête.

C’est à Paris que je me coiffe

Casque noir de jemenfoutiste.

En Allemagne, philosophe

Surexcité par Emporheben

Au grand air de Bergsteigleben;

J’erre toujours de-ci de-là

A divers coups de tra là là

De Damas jusqu’ a Omaha.

Je  cérébral mon jour de fête

Dans une oasis d’ Afrique

Vêtu d’une peau de girafe.

On montrera mon cênotaphe

Aux  côtes brulantes de Mozambique.


Eyes that Last I Saw in Tears
(From «Minor Poems»)
Eyes that last I saw in tears
Through division.
Here in death’s dream kingdom
The golden vision reappears
I see the eyes but not the tears
Of affliction.

This is my affliction

Eyes I shall not see again

Eyes of decision

Eyes I shall not see unless

At the door of death’s other kingdom

Where, as in this

The eyes outlast a little while

A little while outlast the tears

And hold us in derision.


The Wind Sprang up at Four o’clock

(from «Minor Poems»)

The wind sprang up at four o’clock

The wind sprang up and broke the bells

Swinging between life and death

Here, in death’s dream kingdom

The waking echo of confusing strife

Is it a dream or something else

When the surface of the blackened river

Is a face that sweats with tears?

I saw across the blackened river

The camp fire shake with alien spears.

Here, across death’s other river

The Tartar horsemen shake their spears.



(from «Landscapes»)

Red river, red river,

Slow flow heat is silence

No will is still as a river

Still. Will heat move

Only through the mocking-bird

Heard once? Still hills

Wait. Gates wait. Purple trees,

White trees, wait, wait.

Delay, decay. Living, living,

Never moving. Ever moving

Iron thoughts came with me

And go with me:

Red river, river, river

Ο Γιάννης Χρήστου γεννήθηκε  στην Ηλιούπολη, Βορειοανατολικά του Καΐρου , στις 8 Ιανουαρίου 1926, από ελληνική οικογένεια. Η μητέρα του, που τον βοηθούσε συνεχώς να πραγματοποιήσει τα καλλιτεχνικό του σχέδια, το ,γένος Ταβερνάρη, καταγόταν από την Κύπρο. Ο πατέρας του, βιομήχανος και επι­χειρηματίας, ήταν περισσότερο απορροφημέ­νος από την πρακτική αντίληψη της ζωής, στην οποία επιθυμούσε να οδηγήσει τον γυιό του. Αρχικά, ο νεαρός Γιάννης σπούδασε σε αγγλικό σχολείο της Αλεξάνδρειας. Το 1945 πήγε στο Καίμπριτζ της Αγγλίας, στο εκεί ονομαστό  King’s College, όπου σπούδασε φιλοσοφία δίπλα στον Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν  παίρνοντας δίπλωμα φιλο­σοφίας (Β.Α.  Cantabriensis) το 1948. Η σπουδή αυτή, αφορούσε το επίκεντρο του ενδιαφέ­ροντός του στον κόσμο και στάθηκε η αφετηρία κι η γενεσιουργός αιτία του κατοπινού του δημιουργικού έργου, μια και ο Γιάννης Χρήοτου πίστευε ακράδαντα πως μόνο από ακατανίκητη εσωτερική αναγκαιότητα, θεμελιωμένη σε φιλοσοφικές-μεταφυσικές βάσεις, είχε νόημα να επιχειρεί κανείς να δημιουργήσει τέχνη. Παράλληλα με τις σπουδές αυτές, σπούδασε στο ίδιο χρονικό διάστημα σύνθεση στο Λέτσγουορθ με τον διάσημο μουσικολόγο Χανς Φέρντιναντ Ρέντλιχ, τον περίφημο μαθητή και μελετητή του Άλμπαν Μπεργκ   (του οποίου έτσι ο Χρήστου γίνεται κοινωνός, με αρκετές αντιστοιχίες ύφους και μουσικής αντίληψης, ιδίως στα πρώτα του έργα). Με ενδιάμεσα ταξίδια, ιδίως στην Ιταλία, ο Χρήστου εγκαθίστα­ται το 1949 στη Ρώμη, όπου γνωρίζεται με τον Φ.Λαβανίνο και αρχίζει να παίρνει μαζί του μαθήματα ενορχήστρωσης, συνεχίζοντας μαζί του και στο Γκάβι, κοντά στη Γένοβα. Τα κα­λοκαίρια του 1949 και του 1950 παρακολουθεί, επίσης, σεμινάρια της Μουσικής Ακαδημίας «Κιτζιάνα» στη Σιένα. Ταξιδεύει αρκετά (Κεντρική Ευρώπη, Κύπρος) και για ένα μάλλον σύντομο διάστημα παίρνει μαθήματα ψυχολογίας στη Ζυρίχη με τον Καρλ Γιουννκ, στον οποίο τον οδήγησε ο αδελφός του, ένθερμος και λαμπρός μελετητής του μεγάλου ψυχολό­γου. Τον αδελφό του, Ευάγγελο, ο Γιάννης τον έβλεπε σαν ένα είδος πνευματικού οδηγού του στους κόσμους αυτούς και επηρεάστηκε σε όχι ευκαταφρόνητο βαθμό από τις ιδέες του. Επιμελήθηκε και την έκδοση του βιβλίου του αγαπημένου αδελφού του (» The Logos of the Soul»), μετά το θάνατο του το καλοκαίρι του 1956 σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Μετά τις σπουδές του, το 1951 ο Γιάννης Χρήοτου ξαναγύρισε στην Αίγυπτο, όπου με βάση την Αλεξάνδρεια, ταξίδευε αρκετά συχνά στο εξωτερικό.Στις αρχές του 1956 παντρεύτηκε τη Θηρεσία το γένος Χωρέμη από τη Χίο, που έγινε η στενή φίλη του, βοηθός του σ’ όλη του τη δράση και στήριγμα του ο’ όλες τις δύσκολες στιγμές, και που χάθηκε και αυτή το 1970 στο ίδιο αυτοκινητιστικό δυστύχημα μαζί του. Απέκτησαν τρία παιδιά, τη Μαρίνα, την Αλεξάνδρα και τον Ευάγγελο. Ως το 1960 ζούσαν εναλλάξ στην Αλεξάνδρεια και στη Χίο, αλλά το 1960 εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο Κοντάρι της Χίου, δύο χιλιόμετρα νότια της πρωτεύουσας του νησιού. Στο σπίτι τους, μέσα σ’ ένα μεγάλο κτήμα, εγκα­θιστά τη μεγάλη του βιβλιοθήκη (κυρίως βιβλία φιλοσοφίας, θρησκειολογίας, ανθρωπολογίας, ψυχολογίας, μαγείας, πνευματισμού, προϊστορίας και πρωτόγονων πολιτισμών, ιστορίας, λογοτεχνίας, τέχνης και μουσικής), κα­θώς και τις καλλιτεχνικές του συλλογές. Απερίσπαστος, μπορεί να συγκε­ντρώνεται και να συνθέτει ακατάπαυστα, από τα ξημερώματα ως τη βαθιά νύχτα, με ασυνήθιστη ένταση, διαβάζοντας φιλοσοφία, σκεπτόμενος σε απόλυτη μόνωση και καταγράφοντας τις μουσικές ιδέες που πήγαζαν από τη μεταφυσική του θεώρηση. Ταξίδευε κατά διαστήματα και τα τελευταία χρό­νια της ζωής του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου περνούσε όλο και μεγα­λύτερο μέρος του χρόνου του, εγκαταλείποντας τελικά τη Χίο μετά την απαλ­λοτρίωση του κτήματος του για την κατασκευή αεροδρομίου ένα χρόνο προ­τού πεθάνει. Μια γενική ματιά στο έργο και την εξέλιξη του Γιάννη Χρήστου φανερώ­νει μια ασυνήθιστη ενότητα στη σύλληψη και συνέπεια στην πραγματοποίηση των ιδεών του. Έτσι, μια ολόκληρη σειρά στοιχείων και γνωρισμάτων διαποτίζει τα έργα του από το πρώτο ως το τελευταίο: έχουμε εδώ τις «σταθερές» του ύφους του σαν τάσεις, σαν προθέσεις και σαν υλοποιήσεις. Κι οι «σταθερές» αυτές απορρέουν από τη βαθιά του πίστη στις φιλοσοφικές βάσεις της μουσικής του: έχουμε εδώ τον κόσμο του μύθου, του θρύλου, της έκστασης και του μυστικισμού· τον κόσμο του πρωτόγονου (με όλη τη θετική σημασία του όρου), του αρχέγονου, του μαγικού, μεταφερμένο στην εποχή μας· τον κόσμο του υπερβατικού, του εξωλογικού, του απρόσιτου· τον κόσμο των μεγάλων κινήσεων των μαζών, της ομαδικής ψυχολογίας τους, ως τον πανικό και την υστερία.Έχουμε την πλαισίωση της μουσικής σε μια τελετουργία και ιεροτελεστία, στην οποία μεταφέρονται και μεταρσιώνονται ακόμη και οι πιο κοινότοπες πράξεις της καθημερινής ζωής. Έχουμε, παράλληλα, τις κινήσεις της μουσικής ανάμεσα στο πιο άυλο και ονειρικό πιανίσσιμο  και στην έκρηξη κοσμικών διαστάσεων ως το πιο εκτυφλωτικό φως και το πιο εκκωφαντικό φορτίσσιμο. Έχουμε τις έμμονες ιδέες των οστινάτι   των σταθερών κι αέναα επαναλαμβανόμενων σχηματισμών (patterns), κε­ντρικής σημασίας για το ύφος του, που γι’ αυτό αξιοποιούνται πάντα δυναμικά και δημιουργικά.Έχουμε, τέλος, την ακατανίκητη δύναμη της μουσικής του, που παρασύ­ρει τον ακροατή, εκμηδενίζοντας κάθε αντίσταση του, ακριβώς στον κόσμο που θέλει να τον οδηγήσει ο συνθέτης, και που τον υποχρεώνει σε μια ενεργό κι ασυγκράτητη μέθεξη. Κι ενώ η τεχνική της μουσικής είναι στερεωμένη επάνω στα πιο προχωρημέ­να δυτικά πρότυπα, ο εσωτερικός κόσμος του συνθέτη κοιτάζει όσο γίνεται πιο μακριά από τη Δύση: προς την Ανατολή, προς τους μακρινούς υψηλούς ή πρωτόγονους πολιτι­σμούς, προς την απροσπέλαστη προϊστορία, προς τις έξω τόπου και χρόνου αξίες, αλλά και προς το μέλλον, όπως το οραματίζεται ο συνθέτης.                                                                                                                                          Σημειώσεις από κείμενα του Γ.Γ. Παπαϊωάννου Αν εξαιρέσουμε πρωτόλειες παιδικές συν­θέσεις του Γιάννη Χρήστου, η πραγματικά πρώτη του σύνθεση, έργο 1, είναι η Μουσι­κή του φοίνικα γα ορχήστρα (1948-49), εντελώς ώριμη και με σαφέστατα ήδη δια­τυπωμένα το κύρια γνωρίσματα του ύφους του. Πρόκειται άλλωστε για ένα έργο που γνώρισε σημαντική επιτυχία, παίχθηκε συ­χνότατα στο εξωτερικό και την Ελλάδα, εκ­δόθηκε από τον οίκο Ricordi, εγγράφηκε σε ιδιωτικό δίσκο και είχε ευμενέστατες κρι­τικές. Γραμμένο σε δωδεκάφθογγο σύστη­μα, επεξεργάζεται ένα σύντομο χρωματικό  θεματικό μοτίβο, που ακούγεται σε συνε­χείς μετασχηματισμούς του εαυτού του (ανανεώνεται όπως ο μυθικός φοίνιξ). Πα­ράλληλα, όμως, και η συνολική μορφή του έργου ακολουθεί αυτό το οποίο θα αποκα­λέσει αργότερο ο συνθέτης «διάγραμμα φοίνικα». δηλαδή «αρχή-εξέλιξη προς το δράμα (κορύφωμα) – επάνοδος στο τέλος -αρχή». Πρόκειται, επομένως, για μια εντε­λώς συμμετρική μορφή, όπου το τέλος επα­ναφέρει ακριβώς την αρχή, συμβολίζοντας την αναγέννηση του φοίνικα, ενώ το μεσαίο κορύφωμα φθάνει συνήθως ύστερα από ένα τε­ράστιο ανέβασμα διαρκείας, ως την υστερία, η δε πτώση μετά το δραματικό αυτό κορύφωμα είναι αρκετά απότομη. Η Μουσική του φοίνικα παίχτηκε σε α’  παγκόσμια εκτέλεση στις 5 Μαρτίου, 1950 οπό τη  New London Orchestra με διευθυντή τον Άλεκ Σέρμαν στη Βασιλική ‘Οπερα του Κόβεντ Γκάρντεν. Επαναλήφθηκε από τη Συμφωνική Ορχήστρα του ΒΒC, ενώ την ίδια χρονιά παίχτηκε στον Μου­σικό Μάιο της Φλωρεντίας, από τον αρχιμουσικό Βίλλυ Φερρέρο, ο οποίος παρουσίασε το έργο και στη Μόσχα. Τα Έξι τραγούδια οε ποίηση Τ.Σ.Έλιοτ για  μέτζο-σοπράνο γράφτηκαν αρχικά το 1955 με συνοδεία πιάνου και αργότερα, το 1957, ενορχηστρώθηκαν.Έχουν εκδοθεί διαδοχικά από δύο εκδοτικούς οίκους στη Γερμανία και είναι, έτσι, το τελευταίο από τα τρία έργα του που εκδόθη­καν όσο ο Χρήστου βρισκόταν στη ζωή, όπως είναι και το μόνο έργο της δεύτερης περιόδου του συνθέτη που έχει εκτελεστεί και μάλιστα πολλές φορές. Η πρώτη παγκόσμια εκτέλεση της εκ­δοχής με ορχήστρα δόθηκε τον Δεκέμβριο του 1958 οπό τη Συμφωνική Ορχήστρα του Ε.Ι.Ρ. με διευθυντή τον Πιέρο Γκουαρίνο και σολίστ την Αλίς Γκαμπάι οε μετάδοση του τότε Εθνικού Ιδρύ­ματος Ραδιοφωνίας. Το τέταρτο από αυτά τα τραγούδια αποτελεί μια διασκευή του μεσαίου μέρους της Πρώτης Συμφωνίσς και διατηρεί έτσι ακόμη το κάπως πιο παραδοσιακό και ακαθόριστα ρομαντικό ύφος της πρώτης περιόδου του συνθέτη, ενώ τα άλλα πέντε τραγούδια είναι γραμμένα στο πιο ζωντανό και πολύχρωμο ύφος της δεύτερης περιόδου, με εξαιρετικά ευφάνταστη ενορχήστρωση, εντονότατο δυναμικό παλμό στο ρυθμό, που προλέγει πολύ μεταγενέστερα έργα του. Στο έργο αυτό ο συνθέτης μ’ εξαιρετικά υποβλητική εκφραστικότητα πλαισιώνει και ερμηνεύει σε βά­θος το ποιητικό κείμενο.

          Στην επόμενη, τρίτη περίοδο (1959-64), συντελείται η ριζικότερη ίσως στροφή στο ύφος του, στην τεχνική της σύνθεσης, στο ηχητικό υλικό και στη φιλοσοφική τοποθέτηση της μουσικής του. Παράλληλα, εξελίσσεται και η σημειογραφία που χρησιμοποιεί, για να προλειάνει το έδαφος προς τις κατακτήσεις των προσεχών περιόδων. Πρώτη χρονολογικά, εμφανί­ζεται η αλλαγή στην τεχνική της σύνθεσης. Μέσα στις δύο πρώτες περιό­δους, η δωδεκάφθογγη τεχνική του είχε εξελιχθεί σταθερά (με χρήση και σειραϊκών στοιχείων προς το τέλος), αλλά με αρκετά αργό ρυθμό. Ξαφνικά, στην αρχή της τρίτης περιόδου γίνεται ένα άλμα: η σειραϊκή τεχνική πλαταίνει απότομα, πλουτίζεται, ξεπετάγεται και ολοκληρώνε­ται σ’ ένα νέο σύοτημα, εντελώς προσωπικό, πολύ πιο σύνθετο από το κλασικό σειραϊκό σύστημα, αλλά και πιο εύπλαστο και ευπροσάρμοστο στις συνεχώς μεταβαλλόμενες εκφραστικές ανάγκες, όπως και πιο ορ­γανικά δεμένο με τα πλατύτερα τόξα της μεγάλης μορφής. Πάνω από τις δωδεκάφθογγες σειρές και τους κλασικούς μετασχηματισμούς τους, ο Χρήοτου εισάγει τώρα νέες τεχνικές έννοιες και την αντίστοιχη ορολογία, που του χρειάζεται και που θα του χρησιμεύσει, γενικά, ως το τέλος της σταδιοδρομίας του:  simple patterns, complex patterns (απλοί και σύνθετοι σχηματισμοί), που αποκτούν σιγά-σιγά για το συνθέτη τους μια βαθύτερη μεταφυσική έννοια, ιδίως στις επόμενες περιόδους και που, σε αντίθεση με τους ιδεατούς σχηματισμούς όπως οι σειρές, αποτελούν το άμεσα αντιληπτό στοιχείο «μουσικής υφής» που ακούει ο ακροατής: τις «ισόχρονες«, βασικούς ρυθμικούς σχηματισμούς, το «continuum«, ενιαίο, αδιαφοροποίητο και αμετάβλητο ηχητικά υπόστρωμα, το «mega- statement«, γιγαντιαίων διαστάσεων έκθεση των βασικών σειρών, την«αντιμετάθεση« (permutation), στη γενικευ­μένη σημασία του όρου για τους μετασχη­ματισμούς και τον πολλαπλασιασμό του βα­σικού ηχητικού υλικού, καθώς και πλήθος άλλων ειδικευμένων όρων που απεικονίζουν τα νέα οργανωτικά-δομικά στοιχεία του και­νούργιου αυτού συστήματος, μ’ επίκεντρο πάντα, τη θεμελιώδη έννοια του σχηματιομού (pattern). Αντίστοιχη τεχνική χρησιμοποιήθηκε και στην Τοκκάτα για πιάνο και ορχήστρα (1963), ένα πυροτέχνημα, όπου χρησιμοποιεί­ται μια εντελώς νέα τεχνική εκτέλεσης στο πιάνο, που επιτρέπει ασύγκριτα πιο γρήγορα, εκτυφλωτικά πιανιστικά περάσματα απ’ ό,τι η ρομαντική τεχνική, καταργώντας το πέρασμα του αντίχειρα και ειοάγοντας αστραπιαίες ομόρροπες κινήσεις χεριών και δακτύλων. Η Τοκκάτα παίχτηκε σε α’ παγκόσμια εκτέλεση στις 23 Απριλίου 1973 στο Δημαρ­χείο της Οξφόρδης, Αγγλία, στο πλαίσιο του Αγγλικού Φεστιβάλ Μπαχ, με σολίστ τον Ζωρζ  Πλυντερμασέ και τη Βασιλική Φιλαρμονική Ορχήστρα με διευθυντή τον Ελιακούμ Σαπάιρα.


    Έξι τραγούδια σε ποίηση Τ.Σ.Έλιοτ

 Ι. Νέο Χάμσαϊρ

(από τα «Τοπία», Ι)

Φωνές παιδιών μες στον δεντρώνα

Μεταξύ άνθους και καρπού καιρό:

Χρυσό κεφάλι, κεφάλι πορφυρό,

Μεταξύ πράσινης αιχμής και ρίζας.

Μαύρο πτερό, γκρίζο πτερό, αιωρείται πέρα

Είκοσι χρόνια και το Έαρ είναι πέρα

Σήμερα λύπες, αύριο λύπες

Σκέπαοέ με, φως- των-φύλλων

Κεφάλι χρυσό, μαύρο πτερό,

Κολλά, πετά.

Πηδά, μιλά.

Πετάει πάνω στη μηλιά.

ΙΙ. Θάνατος από νερό

(από την «Έρημη χώρα»)

Φληβάς ο Φοίνιξ, ένα δεκαπενθήμερο νεκρός

Ξέχασε την κραυγή των γλάρων,

                                                 την φουσκοθαλασσιά

Και κέρδος και ζημιά.

Κάτω απ’ τη θάλασσα ένα ρεύμα

Καθάρισε τα κόκκαλά του με ψιθύρους.


Πέρασε τα σκαλιά της ηλικίας του και νιότης

Μπαίνοντας μέσα στη ρουφήχτρα.

Εθνικέ ή Εβραίε

Ο εσύ που γυρνάς το τιμόνι και κοιτάς

                                                                     προς τον ανεμοδείκτη,

Στοχάσου τον Φληβά που ήταν κάποτε όμορφος

                                                                          και υψηλός όπως εσύ.

ΙΙΙ. Μίγμα μοιχόν του παντός

(από τα «Ποιήματα, 1920»)

 Στην Αμερική, καθηγητής·

Δημοσιογράφος στην Αγγλία

Με μεγάλα Βήματα και ιδρώτα

Μόλις θα μου ανιχνεύσετε τα χνώτα.

Στο Γιόρκοαϊρ. ομιλητής·

Στο Λονδίνο, λίγο τραπεζίτης,

θα μου πληρώσετε καλά την κεφαλή.

Στο Παρίσι εκεί κουρεύομαι

Κάσκα κατάμαυρη του δενμεμέλλει.

Στη Γερμανία, φιλόσοφος

Παράφορος παρά τω  Emborheben

Στα ξέφωτα του  Bergsteigleben

Πλανώμαι πάντοτε σε μέρη παρδαλά

Σε κόλπα διάφορα του τρα λα λα

Από τη Δαμασκό στην Ομαχά.

Θα γιορτάσω της γιορτής μου την ημέρα

Σε μιαν όαση της Αφρικής

Ντυμένος της καμηλοπάρδαλης το δέρας.

Το κενοτάφιο μου θα επιδεικνύουν

Στις καυτερές ακτές της Μοζαμβίκης

ΙV. Μάτια που τελευταία είδα σε δάκρυα

(από τα ¨Ελάσσονα ποιήματα»)

 Μάτια που μόλις κοίταξα σε δάκρυα

Του χωρισμού

Στ’ ονειρικό βασίλειο του θανάτου

Η χρυσή οπτασία ξαναπροβάλλει

Βλέπω τα μάτια μα όχι τα δάκρυα

Του οδυρμού.

Αυτός είν’ ο δικός μου οδυρμός

Μάτια που δεν θα δω και πάλι

Μάτια της κρίσης

Μάτια που δεν θα δω παρά

Στη θύρα του θανάτου, άλλο βασίλειο

Που όπως αυτό

Τα μάτια, συνεχίζουν λίγο, ενώ

Λίγο ακόμη, δάκρυα συνεχίζουν

Και μας χωρίζουν.

V. Ο θάνατος πετάχτηκε στις τέσσερις η ώρα

(από τα «Ελάσσονα ποιήματα»)

Ο άνεμος πετάχτηκε στις τέσσερις η ώρα

Ο άνεμος πετάχτηκε κι έσπασε τις καμπάνες

Αιωρούμενος ανάμεσα ζωής και πεθαμού

Εδώ στ’ ονειρικό βασίλειο του θανάτου

Η ξύπνια ηχώ της ταραγμένης μάχης

Είν’ όνειρο ή κάτι άλλο

Όταν η επίφαση του μαυρισμένου ποταμού

Είν’ ένα πρόσωπο που ιδρώνει δάκρυα;

Μεσ’ απ’ το μαύρο ποταμό κοίταξα

Την φωτιά να σείεται με ξένες λόγχες

Εδώ, απ’ την άλλην όχθη του θανάτου

Ιππείς Ταρτάρων επισείουν λόγχες.

VI. Βιρτζίνια

(από τα «Τοπία», II)

Κόκκινο ποτάμι, κόκκινο ποτάμι.

Κύλα απαλά η ζέστα είναι σιωπή

Βούληση καμιά δεν είναι σαν ποτάμι

Ακίνητη, θα κινείται η ζέστα

Μόνο με το μιμοπούλι

Κάποτε ακουσμένο; Ήρεμοι λόφοι

Περιμένουν. Πύλες περιμένουν. Κόκκινα δέντρα.

Λευκά δέντρα περιμένουν, περιμένουν,

Αναβάλλουν, φθίνουν. Ζώντας, ζώντας,

Ποτέ κινώντας. Πάντα κινώντας

Σιδερένιες σκέψεις έφθασαν μαζί μου

Και κυλούν μαζί μου :

Κόκκινο ποτάμι, ποτάμι, ποτάμι.

«Τα ποιήματα του Τ.Σ.Έλιοτ», Απόδοση Αριστοτέλη Νικολαϊδη (Κέδρος, 1984)

ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΦΟΙΝΙΚΑ, για ορχήστρα, σε πέντε μέρη που παίζονται χωρίς διακοπή Ι.    Γαλήνια, εκ βαθέως, αργά II.    Αλλέγκρο πολύ ρυθμικό III.     Σαν παύση IV.     Επίμονο, γεμάτο αγωνία V.     Στον αρχικό χρόνο


Βιρτζίνια (Τοπία, ΙΙ)* Ι.    Νιου Χάμσαϊρ (Τοπία, Ι) II.    Θάνατος από νερό (Ερημη χώρα, IV) III.     Μίγμα μοιχόν του παντός (Ποιήματα 1920) IV.     Μάτια που τελευταία είδα οε δάκρυα (Ελάσσονα ποιήματα) V.    Ο θάνατος πετάχτηκε στις τέοσερις η ώρα (Ελάσσονα ποιήματα) VI.     Βιρτζίνια (Τοπία, ΙΙ) Αλεξάνδρα Παπατζιάκου, μέτζο σοπράνο


Νέλη Σεμιτέκολο, πιάνο

Την Ορχήστρα των Χρωμάτων διευθύνει ο Μίλτος Λογιάδης

*στην αυτόγραφη παρτιτούρα ο συνθέτης σημειώνει με μεταγενέστερη γραφή την επιθυμία του τα «Έξι τραγούδια » να εισάγονται με το τελευταίο της σειράς, αρ. 6 («Βιρτζίνια «)

Από το booklet του cd

Για να ακούσετε το άλμπουμ πιέστε:Γιάννης Χρήστου – Ορχήστρα των Χρωμάτων. 

Και μια περίεργη σημείωση – αφιέρωση : Επειδή αυτό το post δίνει και τη δυνατότητα ακρόασης, μπορούμε να υποθέσουμε ότι λειτουργεί εν είδει ραδιοφωνικής εκπομπής, άρα ο συντάκτης του λειτουργεί εν είδει εκφωνητή. Η διαπίστωση αυτή του επιτρέπει να «αφιερώσει εξαιρετικά» την παρούσα ανάρτηση στο Μιχάλη και τη Νανά, θυμίζοντάς τους την υπέροχη συζήτηση που είχε γίνει το περασμένο καλοκαίρι για τον Γιάννη Χρήστου και τη μουσική γενικότερα, με το μαέστρο  Μίλτο  Λογιάδη, πίνοντας καφέ κάπου στην παλιά πόλη του Ρεθύμνου…

 Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον Γιάννη Χρήστου και το έργο του πιέστε  Γ. Χρήστου -Βικιπαίδεια  



Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s